Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2011

Επιτάφιος


Ο θάνατος είναι η μόνη βεβαιότητα και η απόλυτα σίγουρη μελλοντική κατάληξη όλων μας. Κανένα άλλο γεγονός, κανένα άλλο συμβάν της καθημερινής μας εμπειρίας δεν έχει αυτά τα χαρακτηριστικά. Τίποτα από όσα ζούμε, γνωρίζουμε, προσδοκούμε ή αποφεύγουμε, καμιά επιθυμία ή αποστροφή δεν είναι τόσο βέβαιη, τόσο αναπόδραστα βέβαιη όσο ο θάνατος. Η καθολικότητα και η αδυναμία αποτροπής του είναι γεγονότα ασυμβίβαστα με την καθημερινή μας εμπειρία και δημιουργούν το αίσθημα της απελπισίας. Η βεβαιότητα και η καθολικότητα του είναι τόσο απόλυτες που διαλύουν με τρόπο αναμφισβήτητο κάθε ελπίδα, ώστε ακόμα και οι μόνες υποσχέσεις – αντικείμενο θρησκευτικής πίστης – να είναι να είναι και αυτές απέλπιδες για την παρούσα ζωή, αφού ό,τι υπόσχονται αφορούν μια άλλη ζωή. Ετούτη η ζωή δεν δίνει καμιά ελπίδα – ούτε καν φανταστική.

Πράγμα πρωτόγνωρο της εμπειρίας μας, μοναδικό. Καθολικότητα και ανέλπιδη βεβαιότητα τέτοιου βαθμού που είναι ασυλλόγιστες. Η απολυτότητα των χαρακτηριστικών αυτών κάνει το γεγονός του θανάτου μυστήριο και αδύνατο στην κατανόησή του. Η απώλεια προσώπου αγαπημένου, ακόμα και αν επρόκειτο για ένα από καιρό προαναγγελθέν και αναμενόμενο τέλος γέρου υπερήλικα, δεν δημιουργεί απλά το αίσθημα της απώλειας. Φέρνει μαζί του την επαφή με την Άβυσσο και ένα αίσθημα αδύνατο να το επεξεργαστεί το συναίσθημά μας, καθώς δεν έχει μάθει ποτέ να χειρίζεται τέτοια καταλυτικά γεγονότα τόσης απολυτότητας και άμεσης επαφής με το μη-είναι, με την ανυπαρξία. Μπροστά στο νεκρό άτομο, η απώλεια γίνεται ακατανόητη, η παντελής έλλειψη ελπίδας και προσδοκίας διαλύει κάθε αμυντικό μηχανισμό του νου και η επαφή των πλαδαρών μυαλών μας με την Άβυσσο, που κρυφοκοιτάμε φοβισμένοι πίσω από τον νεκρό, ιλιγγιώδης. Κοιτάμε χωρίς να βλέπουμε, δεν καταλαβαίνουμε και απέλπιδοι κλαίμε.  Πολλώ δε μάλλον στο σημερινό μας κόσμο, όπου ο θάνατος έχει απωθηθεί και θαφτεί για να μη γίνεται ορατός στο αφιλοσόφητα, αλλήθωρα και γεμάτα πρίσματα μάτια μας.

Μπροστά στο νεκρό σώμα, κειμένου ήδη επί τα χείλη της Αβύσσου, αναζητάς τα ίχνη της παρουσίας του αγαπημένου προσώπου. Και ξέρουν όσοι έχουν βρεθεί εκεί, πως από το νεκρό σώμα λείπει κάτι. Δεν είναι πια το αγαπημένο πρόσωπο που απλά κείται ακίνητο και σιωπηλό. Ο νεκρός και ο κοιμισμένος δεν διαφέρουν μόνο στον ήχο της αναπνοής τους. Τι χάνεται λοιπόν; Ή τι μένει; Το ξέρεις τώρα που κοιτάς το άψυχο σώμα πως δεν είναι αυτό που αγάπησες, δεν σχετίστηκες ποτέ με αυτό, δεν είναι αυτό που θα χάσεις. Δεν λυπάσαι για αυτό. Λυπάσαι για το πρόσωπο που έχασες.

Αλλά τι είναι το πρόσωπο που χάνεις; Δεν είναι άλλο από τον αντίκρυ μιας σχέσης που θρέφατε μαζί. Αλλά, ακαλλιέργητοι συναισθηματικά, ταυτίσαμε, και έτσι ξέρουμε μόνο, τη σχέση με το ίδιο το αντί-κείμενο. Ωσάν η απουσία του αντι-κειμένου να σημαίνει και απουσία σχέσης. Ψυχολογικά ανώριμοι, γεννήματα ενός πολιτισμού επιφανειακού, αγνοούμε την σχέση όταν χάνουμε το αντί-κείμενο από τα μάτια μας, όπως τα βρέφη αγνοούν το αντί-κείμενο όταν αυτό χάνεται από το οπτικό τους πεδίο. Χρειάζεται να βλέπουμε το αντί-κείμενο για να αντιλαμβανόμαστε την ύπαρξή του, για να διατηρούμε τη σχέση με αυτό.

Αλλά το πρόσωπο που έχει αναδειχθεί μέσα στη σχέση δεν παύει να υπάρχει, επειδή πάψαμε να βλέπουμε το αντί-κείμενο. Οι αγαπημένοι που είναι στο διπλανό δωμάτιο δεν είναι ανύπαρκτοι επειδή δεν τους βλέπουμε ή δεν τους ακούμε. Ακόμα συνδιαλεγόμαστε μαζί τους, μιλάνε μέσα μας, μας διαμορφώνουν. Ποιος ερωτευμένος στις αποφάσεις του δεν ακούει μέσα του τη φωνή της αγαπημένης; Ποιο παιδί στην αταξία του δεν ακούει ήδη μέσα του τη φωνή της μάνας του; Ποιος δε νιώθει την παρουσία στη ζωή του των θανόντων γονιών του; Πόσες φορές, μιλώντας με πρόσωπα αγαπημένα, δεν ξέρουμε ήδη τις απαντήσεις τους, τις αντιδράσεις τους, σαν να μας έχουν ήδη πει, αυτό που θα ακούσουμε στη συνέχεια; Και είναι αυτά ψέματα, ψευδαισθήσεις, σκιές του νου; Επειδή έτσι το θέλει ποιος; Ο τυφλός, μονοδιάστατατος επιστημονισμός μας; Η ρηχή μας νιόφαντη ψυχο-επιστήμη; Αυτή που ανέδειξε σε πρώτο αίτιο νοσηρότητας παγκοσμίως την κατάθλιψη;

Το συναίσθημα αυτό, που υποσκάπτεται και συκοφαντείται ως παιχνίδι του νου, είναι απολύτως ανθρώπινο και ίσως αυτό που δίνει στον άνθρωπο την ανθρωπιά του, σηκώνοντας τον λίγο πιο πάνω από τα ζωώδη ένστικτά του. Ότι μέσα του δεν ακούει πια μόνο την τυφλή φωνή της φύσης του, αλλά τις φωνές προσώπων που ανέδειξε και τον ανέδειξαν ως τέτοιο μέσα από μια σχέση. Και ό,τι περιγελά τη λειτουργία αυτή απλά υποβιβάζει τον άνθρωπο σε αμοιβάδα και ότι την αναβαθμίζει λαμπρύνει τον άνθρωπο και τον ανυψώνει.

Απέναντι  λοιπόν στην απολυτότητα του θανάτου, στην ανέλπιδη βεβαιότητα του και στην Άβυσσο, βρίσκεται η σχέση. Ας σηκώσουμε τα μάτια μας λίγο πάνω από τη λάσπη και ας ακούσουμε τη φωνή που παραμένει μέσα μας. Γιατί το πρόσωπο, η σχέση μας με αυτό, δεν είναι θέμα τόπου ή χρόνου. Δεν απαιτεί χρονική και τοπική αμεσότητα, ίσα-ίσα περιορίζεται από αυτή. Πέρα και πάνω από το χρόνο, αδιαφορώντας για την τοπικότητα, η σχέση δύο προσώπων είναι άχρονη, άτοπη. Ακούμε μέσα μας τις φωνές των αγαπημένων μας σαν να ήταν εκεί, δίπλα μας και να μας μιλούσαν. Συνεχίζουμε να αντλούμε από τη σοφία τους, ερμηνεύουμε τον κόσμο από τη ματιά τους, σαν να βρισκόταν τοπικά κοντά μας. Τους απαντάμε, μαθαίνουν και αυτοί από τη δικιά μας εμπειρία, χαίρονται ακόμα και λυπούνται μαζί μας. Δεν κλείνουμε τα αυτιά μας στις φωνές τους, πειθόμενοι ότι είναι παιχνίδια του νου. Η σχέση προσώπων είναι αληθινή, αληθέστερη και πληρέστερη από τις λογικόμορφες ερμηνείες, από τις επιστημονικόμορφες, τεχνοκρατικές προσεγγίσεις – γιατί αφορά την ολότητα της ανθρώπινης ύπαρξης και όχι μόνο την παραζαλισμένη και εύκολα απατώμενη λογική μας – και κυρίως είναι ανθρώπινη. Αυτό που μας εξανθρωπίζει και μας ανυψώνει από το θάνατο και τη φθορά είναι οι προσωπικές μας σχέσεις.

Γιατί αυτό που πεθαίνει είναι το κουρασμένο σώμα. Η σχέση παραμένει αθάνατη και η επίδρασή της καθημερινή. Είναι αυτό που μένει, αυτό που υπήρχε πάντα και αυτό που θα συνεχίσει να υπάρχει. Και η αθανασία της είναι τόσο απόλυτη όσο και ο θάνατος του σώματος.

Στη μνήμη του παππού μου που μου έδειξε την αλήθεια αυτή μόλις χτες, πλήρης ημερών και γαλήνιος.